ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Η ανάλυση-μετατροπή εικόνων, κινούμενων ή μη, σε ηλεκτρικά σήματα, η μετάδοσή τους μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και στη συνέχεια η λήψη και αναπαραγωγή τους σε οθόνη ειδικής συσκευής, τη γνωστή συσκευή τηλεόρασης.
Τα τηλεοπτικά δίκτυα χάρη στα οποία λαμβάνουμε τις τηλεοπτικές εικόνες και τα προγράμματα στις συσκευές τηλεόρασης συγκροτούνται από:
- τηλεοπτικούς σταθμούς, που περιλαμβάνουν τα στούντιο όπου υλοποιείται η παραγωγή και επεξεργασία του προγράμματος [(εγγραφή σε μαγνητοσκόπια, επεξεργασία (editing), αναπαραγωγή (ρlayback), εκπομπή (οn-air)]·
- ραδιοζεύξεις, μέσω των οποίων συνδέονται τα στούντιο με τις λεγόμενες εξωτερικές παραγωγές (ρεπορτάζ, αθλητικούς αγώνες κ.λπ.) και με τους πομπούς, που εγκατεστημένοι σε περιοχές μεγάλου υψόμετρου εκπέμπουν τα τηλεοπτικά σήματα των καναλιών σε καθορισμένες συχνότητες·
- κεραίες εκπομπής, που είναι εγκατεστημένες σε πυλώνες·
- αναμεταδότες, για την επέκταση της κάλυψης που επιτυγχάνεται με τον πομπό·
- τηλεοπτικούς δέκτες, τις γνωστές δηλ. συσκευές τηλεοράσεων, που αποτελούνται σε γενικές γραμμές από την οθόνη, το tuner με τις βαθμίδες συχνότητας, το μεγάφωνο ή τα μεγάφωνα κ.λπ.
Για την τηλεοπτική μετάδοση εικόνας απαιτείται α) η μετατροπή σε ηλεκτρικά σήματα της φωτεινής ροής που εκπέμπεται ή ανακλάται από το αντικείμενο μετάδοσης, β) η μεταβίβαση αυτών των ηλεκτρικών σημάτων μέσα από τους διαύλους επικοινωνίας και γ) η λήψη και μετατροπή των ηλεκτρικών σημάτων σε φωτεινούς παλμούς που αναπαράγουν την εικόνα του αντικειμένου. Η πραγμάτωση των διαδικασιών αυτών έγινε δυνατή χάρη στις επιστημονικές έρευνες και τις ανακαλύψεις διαφόρων επιστημόνων, όπως ο Ο. Σμιτ (ΗΠΑ), που ανακάλυψε τις φωτοηλεκτρικές ιδιότητες των υλικών (1873), ο Π. Νίπκοφ, που το 1884 κατασκεύασε μια πρώτη διάταξη μετάδοσης εικόνων, και ο Β. Ζβορίκιν, που το 1923 κατασκεύασε την πρώτη συσκευή ηλεκτρονικής ανάλυσης εικόνας.
Οι τεχνολογικές εξελίξεις οδήγησαν σχετικά γρήγορα στο πέρασμα από την ασπρόμαυρη τηλεόραση -προγράμματα της οποίας άρχισαν να εκπέμπονται κανονικά στις ΗΠΑ από το 1933- στην έγχρωμη, η οποία βασίστηκε στην ικανότητα του οπτικού συστήματος του ανθρώπου να αναπαράγει τα χρώματα μέσω του συνδυασμού τριών βασικών χρωμάτων, του μπλε, του κόκκινου και του πράσινου. Η εικόνα που λαμβάνεται από τα μηχανήματα εικονοληψίας, αναλύεται μέσω χρωματικών φίλτρων σε τρεις έγχρωμες εικόνες. Οι έγχρωμοι δέκτες αποκωδικοποιούν το σύνθετο σήμα, αναπαράγουν τις τρεις μονοχρωματικές εικόνες και μεταφέρουν με ειδικές διατάξεις στην οθόνη την αρχική αναλογία κάθε χρώματος, του οποίου η αυτόματη σύνθεση από τα μάτια του ανθρώπου δημιουργεί την αίσθηση της έγχρωμης εικόνας.
Οι προδιαγραφές στις οποίες στηρίζονται τα τηλεοπτικά συστήματα διαφοροποιούνται ως προς το σύστημα ανάλυσης της εικόνας, ως προς τη μορφή των σημάτων συγχρονισμού και ως προς το σύστημα διαμόρφωσης. Σήμερα υφίστανται τρεις τύποι κωδικοποίησης των έγχρωμων εικόνων: τα ευρωπαϊκά ΡΑL (Ρhase Αlternatiνe Line) και SΕCΑΜ (Sequence de Cοuleurs Ανec Μemοire) και το αμερικανικό ΝΤSC (Νatiοnal Τeleνisiοn Systems Cοmmittee).
Τα τελευταία χρόνια οι προσπάθειες ελαχιστοποίησης του όγκου και του βάρους των τηλεοπτικών συσκευών και αύξησης του μεγέθους της οθόνης με βελτίωση της ποιότητας της εικόνας, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των επίπεδων τηλεοράσεων. Παρ' όλο που οι πρώτες επίπεδες τηλεοράσεις έχουν παρουσιαστεί σε διεθνείς εκθέσεις, δεν έχει καταστεί σαφές ποια τεχνολογία από αυτές που δοκιμάζονται (π.χ. οθόνη υγρών κρυστάλλων, οθόνη πλάσματος, οθόνη οργανικών υλικών κ.ά.) θα επικρατήσει για την κατασκευή τους.
Από την άλλη, τα μειονεκτήματα της έγχρωμης τηλεόρασης που κυρίως αφορούν την ευκρίνεια της εικόνας οδήγησαν τα τελευταία χρόνια στην πραγμάτωση της ψηφιακής τηλεόρασης. Η ψηφιακή τηλεόραση (Digital ΤV) αποτελεί εφαρμογή της ψηφιακής τεχνολογίας στον τηλεοπτικό χώρο και σ' αυτήν η μετάδοση της εικόνας γίνεται με σήμα που μεταφέρεται υπό μορφή πακέτου αριθμών, όπως γίνεται με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 κυκλοφόρησαν οι πρώτοι τηλεοπτικοί δέκτες με ψηφιακή επεξεργασία εικόνας, ενώ ευρύτατη χρήση της ψηφιακής επεξεργασίας εικόνας γίνεται στα τηλεοπτικά στούντιο για δημιουργία ειδικών εφέ, ανάμιξη εικόνων, ρυθμίσεις χρωμάτων και κοντράστ. Εκτός από τη μεγάλη συμβολή στην επεξεργασία εικόνων (π.χ. σμίκρυνση, μεγέθυνση, αφαίρεση τμημάτων εικόνας, προσθήκη άλλων κ.λπ.), η ψηφιακή τεχνολογία παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα, κυρίως στην τηλεοπτική μετάδοση, γιατί εξασφαλίζει ποιότητα λήψης που δεν επηρεάζεται από την ποιότητα του τηλεοπτικού σήματος. Εφόσον το σήμα ληφθεί από τον τηλεοπτικό δέκτη η εικόνα θα είναι σωστή, ενώ αν είναι εξαιρετικά κακή η λήψη, δεν θα περάσει το σήμα στον δέκτη. Η ολοκληρωμένη εφαρμογή της ψηφιακής τεχνολογίας στην τηλεόραση αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική προοπτική εφαρμογής των νέων επικοινωνιακών τεχνολογιών, ανοίγοντας το δρόμο σε δύο πολύ ενδιαφέρουσες προοπτικές, την τρισδιάστατη τηλεόραση και την τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας.
Η τρισδιάστατη τηλεόραση προβάλλει εικόνες που έχουν μαγνητοσκοπηθεί με στερεοσκοπική λήψη και χάρη στην ειδική κατασκευή της οθόνης της παρέχει τη δυνατότητα στον τηλεθεατή να προσλαμβάνει παραστάσεις (εικόνες) τριών διαστάσεων χωρίς να απαιτείται η χρήση ειδικών γυαλιών. Ο νέος αυτός τύπος τηλεόρασης -που στηρίζεται στη λειτουργία του ανθρώπινου οπτικού συστήματος, τη λεγόμενη στερεοσκοπική όραση- ήδη από το 1994 κυκλοφορεί στην ιαπωνική αγορά, ενώ σε εργαστήρια μεγάλων τηλεοπτικών εταιριών και σε ερευνητικά κέντρα στις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία βρίσκονται υπό εξέλιξη νέες τεχνικές δημιουργίας τρισδιάστατων εικόνων.
Η τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας (Ηigh Definitiοn ΤV-ΗDΤV) αποτελεί επίτευγμα των τελευταίων ετών και ήδη αναπτύσσονται δύο συστήματα για την εφαρμογή της, ένα ευρωπαϊκό, το σύστημα ΗDΜΑC και ένα ιαπωνικό, το σύστημα Μuse. Ο νέος αυτός τύπος τηλεόρασης, που εξασφαλίζει εικόνα κατά πολύ ευκρινέστερη από τη συμβατική (περισσότερες γραμμές σε κάθε εικόνα, περισσότερα σημεία σε κάθε γραμμή και ήχο πολύ καλύτερης ποιότητας, συγκρίσιμο με αυτόν ενός C.D.), αναμένεται ότι θα κυριαρχήσει στο άμεσο μέλλον. Η εφαρμογή της τηλεόρασης υψηλής ευκρίνειας δημιουργεί σοβαρές ανακατατάξεις στο χώρο της παγκόσμιας τηλεοπτικής βιομηχανίας, διότι εκτός του ότι απαιτεί νέους δέκτες (συσκευές τηλεόρασης), νέες κεραίες, ειδικές συσκευές δορυφορικής λήψης και νέο εξοπλισμό (κάμερες, στούντιο κ.λπ.), απαιτεί και προγράμματα που θα έχουν γυριστεί σε φιλμ 35 χιλιοστών, λόγω του υψηλού βαθμού ανάλυσής του, ενώ το φιλμ 16 χιλιοστών, το οποίο είναι ευρύτατα διαδεδομένο στην Ευρώπη για το "γύρισμα" των τηλεοπτικών σειρών, είναι ακατάλληλο για προβολή μέσω συστημάτων υψηλής ευκρίνειας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία της τηλεόρασης υψηλής ευκρίνειας για την ευρωπαϊκή βιομηχανία ηλεκτρονικών συσκευών και για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες τηλεόρασης και κινηματογράφου υιοθέτησε, με απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών της Ένωσης το 1993, σχέδιο δράσης για την εισαγωγή προηγμένων τηλεοπτικών υπηρεσιών που θα καλύπτουν όλο τον κοινοτικό χώρο. Το πρόγραμμα αυτό καλύπτει την περίοδο 1993-1997 και αφορά την προώθηση του σχήματος εικόνας με λόγο διαστάσεων 16/9 (πλάτος/ύψος) έναντι του σχήματος 4/3 της συμβατικής τηλεόρασης, ανεξαρτήτως του τρόπου μετάδοσης (επίγειος, δορυφορικός, καλωδιακός).
Η ευρωπαϊκή προσέγγιση ως προς την υλοποίηση της τηλεόρασης υψηλής ευκρίνειας, σε αντίθεση με την ιαπωνική προσέγγιση, περιλαμβάνει δύο στάδια, ώστε η εισαγωγή της νέας τεχνολογίας να είναι βαθμιαία και να εξασφαλιστούν οι οικονομικές προϋποθέσεις (επαρκής αριθμός τηλεθεατών) για τη βιωσιμότητα της επένδυσης. Το πρώτο βήμα συνίσταται σε εκπομπές με σύστημα D2 ΜΑC (Μultiρlexed Αnalοg Cοmροnents) με 625 γραμμές, σχήμα οθόνης σινεμασκόπ 16/9 και στερεοφωνικό ήχο, που εξασφαλίζει μετάδοση βελτιωμένης τηλεοπτικής εικόνας, ανώτερη ποιότητα ήχου και αποτελεί προπομπό της πλήρους εισαγωγής της τηλεόρασης υψηλής ευκρίνειας με σύστημα συμβατό προς το D2 ΜΑC/ρackets, το ΗDΜΑC (1.250 γραμμές).
Μια ριζική αλλαγή στον ευρωπαϊκό τηλεοπτικό χώρο που έγινε κατά τη δεκαετία του 1980 λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων και κυρίως της δορυφορικής μετάδοσης ήταν η κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στην παραγωγή τηλεοπτικών προγραμμάτων και τη λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών. Ήδη από το 1992 σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παράλληλα με την κρατική αναπτύχθηκε και η ιδιωτική τηλεόραση. Την κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων ακολούθησε μια θεαματική αύξηση του αριθμού των τηλεοπτικών καναλιών, που συνοδεύτηκε από κατακόρυφη άνοδο των ωρών τηλεοπτικής εκροής. Έτσι, ενώ το 1985 οι ώρες προγράμματος ήταν περίπου 205.000, το 1991 ξεπέρασαν τις 600.000. Η αύξηση αυτή δεν οφειλόταν μόνο στην εμφάνιση νέων τηλεοπτικών σταθμών, αλλά και στην αύξηση των ωρών μετάδοσης προγραμμάτων (πρωινή, μεσημβρινή και μεταμεσονύκτια ζώνη), με συνέπεια τη διεύρυνση των δυνατοτήτων ενημέρωσης και ψυχαγωγίας των τηλεθεατών.
Στη χώρα μας με το Ν. 1730/1987 σημειώθηκε το πρώτο βήμα για την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου που ίσχυε μέχρι τότε στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Ωστόσο, η οριστική ρύθμιση του νομικού πλαισίου για τη λειτουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης έγινε με το Νόμο για τα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης που ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 1995.
a